σίμβλος

σίμβλος
beehive
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σίμβλος — ὁ, και σίμβλον, τὸ, Α 1. η κυψέλη, το κοφίνι τού μελισσιού (α. «ἐπηρεφέας κατὰ σίμβλους», Ησίοδ. β. «διὸ καὶ εἰς σίμβλου τότε ἐξαιρετέον τὸν κηρόν», Αριστοτ.) 2. φρ. «σίμβλος χρημάτων» μτφ. χρηματικά αποθέματα, κομπόδεμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ …   Dictionary of Greek

  • σίμβλοι — σίμβλος beehive masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλοιο — σίμβλος beehive masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλοις — σίμβλος beehive masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλοισι — σίμβλος beehive masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλον — σίμβλος beehive masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλου — σίμβλος beehive masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλους — σίμβλος beehive masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλων — σίμβλος beehive masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίμβλῳ — σίμβλος beehive masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.